Ενοριακά Νέα

Αγιότητα και Θεός

Κάθε αγιότητα είναι η αγιότητα του Θεού μέσα μας: είναι μια αγιότητα που σημαίνει συμμετοχή και υπό μία έννοια κάτι περισσότερο από αυτό, αφού συμμετέχοντας σ’ ό,τι δεχόμαστε από τον Θεό, γινόμαστε μια αποκάλυψη εκείνου που μας ξεπερνά. Καθώς γινόμαστε φως περιορισμένο, αποκαλύπτουμε το Φως. Όμως, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι σ’ αύτη τη ζωή. εντός της οποίας πασχίζουμε για αγιότητα, η πνευματικότητά μας πρέπει να ορίζεται από πολύ αντικειμενικούς και συγκεκριμένους όρους. Όταν διαβάζουμε βιβλία για την πνευματικότητα ή βιβλία που καταπιάνονται με τη μελέτη του θέματος αυτού, βλέπουμε πως η πνευματικότητα ορίζεται πολύ συχνά (είτε αυτό λέγεται ρητά είτε απλώς υπονοείται) ως μια στάση, μια κατάσταση της ψυχής, μια εσωτερική συνθήκη, ένας τύπος εσωτερικότητας κ.ο.κ. Στην πραγματικότητα, αν αναζητήσετε τη βαθύτερη σημασία και τον εσωτερικό πυρήνα της πνευματικότητας, θα ανακαλύψετε ότι αύτη δεν αποτελείται από καταστάσεις της ψυχής, οικείες σε μάς, αλλά ότι αποτελεί την παρουσία και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο, εντός ημών, εξ ημών και δι’ ημών. Κατ’ ουσίαν δηλαδή, δεν πρόκειται για ένα ζήτημα του τρόπου με τον οποίο την εκφράζουμε. Υπάρχει μια απόλυτη αντικειμενικότητα τόσο στην αγιότητα όσο και στην πνευματικότητα που εκφράζεται μέσα απ’ αυτή. Η πνευματικότητα είναι του Αγίου Πνεύματος· γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος μάς λέει ότι είναι το Άγιο Πνεύμα που μας διδάσκει να λέμε: «Αββά ο πατήρ». Είναι το Άγιο Πνεύμα, ο ίδιος ο Θεός, αυτό που δίνει εντός μας σχήμα στη θεία γνώση. Κι ακόμα, δεν υπάρχει άλλη αγιότητα από αυτή του Θεού -μόνο ως σώμα Χριστού μπορούμε να συμμετάσχουμε στην αγιότητα, μόνο ως σώμα Χριστού μπορούμε να συμμετάσχουμε στον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε αναδύεται ένα ερώτημα τεράστιας σημασίας. Στην προοπτική της αναζήτησής μας για αγιότητα, μέσα στο πλαίσιο (είτε το θέλουμε είτε όχι) του κτιστού κόσμου και του κόσμου των ανθρώπων (του τραγικού και περίπλοκου κόσμου που ζούμε), αν είναι η παρουσία του ίδιου του Χριστού και η πνοή του Αγίου Πνεύματος αυτό που η αγιότητα της Εκκλησίας πρέπει να εκφράζει στο πρόσωπο καθενός από τα μέλη της, τότε ποιό είναι το όριο αυτής της αγάπης; Με άλλα λόγια, πού βρίσκεται το όριο της δικής μας αίσθησης αλληλεγγύης και ευθύνης; Υπάρχει άραγε κάποια στιγμή που θα μπορούσε να μας κάνει να απαγκιστρωθούμε και να πούμε: «Σε αφήνω, πάρε τον δρόμο σου· αν μετανοήσεις, αν αλλάξεις, θα ξαναβρεθούμε και πάλι, αλλά όσο είσαι έτσι όπως είσαι, δεν μπορώ να παραμένω μαζί σου»; Ή μήπως δεν υπάρχουν όρια, όχι μόνο στη συγκατάβαση του Θεού αλλά και στην πελώρια και παθιασμένη αλληλεγγύη Του; Η Βίβλος, σε περισσότερα από ένα εδάφια, θέλοντας να μας τοποθετήσει ενώπιον της παρουσίας της αγάπης του Θεού, χρησιμοποιεί τον όρο «Έρως», κάνει δηλαδή λόγο για μια αγάπη και μια δέσμευση απόλυτη και παθιασμένη, που εναγκαλίζεται τα πάντα, χωρίς να αποκλείει τίποτα. Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας σε μια αναφορά που σίγουρα δεν είναι βιβλική και δεν διαθέτει κάποια αυθεντία από μόνη της, αλλά που ωστόσο μου φαίνεται ενδιαφέρουσα. Τον δέκατο έβδομο αιώνα, ένας Ρώσος ιερέας. ένας άνθρωπος με φλογερό φρόνημα, έγραψε την αυτοβιογραφία του. Ήθελε να καταδείξει πώς ένας άνθρωπος πίστης μπορεί να παραμείνει εδραίος στην πίστη του, ανεξάρτητα από τη δολιότητα (ή από αυτό που εξελάμβανε ως δολιότητα) της ορατής Εκκλησίας. Στο πρόλογο αυτής της αυτοβιογραφίας, ο συγγραφέας κάνει λόγο για τη θεία Σύνοδο που προηγήθηκε της κτίσης του κόσμου και λέει: «Στο φως όσων γνωρίζουμε για τον ένσαρκο Θεό, μπορούμε να πούμε πως κάποια στιγμή ο Πατέρας είπε στον Υιό: «Υιέ μου, ας ποιήσουμε τον ορατό κόσμο και τον άνθρωπο». Και ο Υιός απάντησε: «Πατέρα, ας γίνει κατά το θέλημά Σου». Και ο Πατέρας πρόσθεσε: «Υιέ μου, γνωρίζεις άραγε πως αν ενεργήσω διά Σου, θα έρθει κάποια μέρα που ο άνθρωπος θα μας προδώσει και, προκειμένου να τον φέρουμε πάλι κοντά μας, θα πρέπει να πεθάνεις;». Και ο Υιός απάντησε και πάλι: «‘Ας γίνει κατά το θέλημά Σου, Πατέρα». Κι έτσι πλάστηκε ο κόσμος». Αυτό το απόσπασμα δεν είναι από κάποιο απόκρυφο κείμενο, δεν προσποιείται δηλαδή ότι διατυπώνει κάποια βιβλική πραγματικότητα με άλλη ορολογία, αλλά εκφράζει μια βαθιά εσωτερική αλήθεια: ο Θεός, μέσα στην πραγματικότητα της θείας πανσοφίας Του, θέλησε και κάλεσε στην ύπαρξη τον κόσμο, έχοντας πλήρη συνείδηση των συνεπειών που αυτή η θεία κλήση (η θεία κλήση που έκανε έναν ελεύθερο κόσμο να αναδυθεί εκ του μηδενός) θα είχε για τον ίδιο τον Θεό. Αυτός είναι, θα λέγαμε, ένας αγώνας μεταξύ Θεού και κόσμου, και η τραγωδία για την οποία τόσο συχνά παραπονιόμαστε είναι πιο τραγική για τον Θεό παρά για τον κόσμο! Μέσα από την Ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, βλέπουμε πως ο Θεός αναλαμβάνει συνεχώς την πλήρη ευθύνη της δημιουργικής Του ενέργειας. Βήμα-βήμα υποστηρίζει τους προφήτες, διακηρύσσει το θέλημά Του, αποκαλύπτει το βάθος της σκέψης Του. Ο Αμώς λέει ότι προφήτης είναι εκείνος με τον οποίο ο Θεός μοιράζεται τις σκέψεις Του. Και ο Θεός διατηρεί την πιστότητά του, όταν η κτίση γίνεται άπιστη -θυμηθείτε τον Ωσηέ και τις εικόνες που δίνει για τον πιστό σύζυγο, που εγκαταλείπεται από τη σύζυγό του. Έτσι, πίσω από καθετί υπάρχει μια μονομερής ενέργεια του Θεού, για την οποία όμως ο Θεός σηκώνει την πλήρη και έσχατη ευθύνη. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή αν είμαστε «εν Θεώ», πρέπει να μοιραστούμε μαζί Του αυτή τη θεία ευθύνη, ή τουλάχιστον να λάβουμε απ’ αυτή το μερίδιο μας. Η επιλογή μας να είμαστε Εκκλησία δεν αποτελεί παραδείσιο προνόμιο. Είναι κατ’ ουσίαν μια επιλογή συμμετοχής στο νου και την καρδιά του Θεού, αλλά συνάμα και μια επιλογή συμμετοχής στο έργο του Χριστού κατά την Ενσάρκωση και τη θεία οικονομία της σωτηρίας. Θέλω εδώ να επιμείνω στην ένταση αυτής της αλληλεγγύης, στρέφοντας απλά τη σκέψη σας σ’ εκείνα τα λόγια του Χρίστου, τα τελευταία Του σχεδόν λόγια, που πρόφερε πάνω στον σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;». Όταν μιλάμε για αλληλεγγύη του Χριστού με τους ανθρώπους μέσα από την Ενσάρκωση, έχουμε συνεχώς κατά νου τις μείζονες και ελάσσονες εκφράσεις αυτής της αντινομίας. Έχουμε κατά νου τους περιορισμούς στους οποίους ο ίδιος ο Θείος Λόγος υπέβαλε τον εαυτό Του, εισερχόμενος στην ιστορία και γενόμενος δέσμιος του χώρου: πεινά, διψά, κουράζεται. Και σε ένα άλλο επίπεδο: αναζητά και αποδέχεται τη συντροφιά των αμαρτωλών. Ζει καταμεσής του μίσους και εν τέλει αυτό το μίσος είναι που Τον σκοτώνει. Αυτές οι δύο τελευταίες λέξεις μου φαίνονται πολύ αδύναμες, και αυτή είναι η αδυναμία τους: «το ανθρώπινο μίσος Τον σκοτώνει». Αυτό εμποδίζει τους ανθρώπους να κατανοήσουν τί το ιδιαίτερο είχε ο θάνατος του Χριστού. Αν είναι ζήτημα θανάτου, τότε όλοι όσοι συμμετέχουν στη θνητότητα πεθαίνουν -κι Εκείνος δεν έκανε τίποτα παραπάνω απ’ ο,τι όλοι μας κάποτε θα κάνουμε. Αν είναι ζήτημα βασάνων, τότε υπάρχουν μυριάδες άνθρωποι που υπέφεραν απείρως περισσότερο απ’ όσο Εκείνος στον σταυρό. Δύο ληστές σταυρωνόντουσαν την ίδια ώρα μ’ Εκείνον – πέθαναν κι εκείνοι θάνατο ανθρώπινο πάνω στον σταυρό. Αν φέρουμε στο νου μας το ενδέκατο κεφάλαιο της προς Εβραίους Επιστολής, βλέπουμε ότι τα ανθρώπινα βάσανα, η ανθρώπινη φρίκη, ακόμα κι από την άποψη της αγιότητας, έχουν ξεπεράσει ό,τι θα μπορούσαμε να φανταστούμε για τα σωματικά βάσανα τού Χριστού. Η τραγικότητα του θανάτου Του δεν αποτελεί την απώτατη συμμετοχή Του στην ανθρώπινη τραγωδία και την ανθρώπινη μοίρα, Η μοναδική ανθρώπινη τραγωδία, η μόνη που μετρά, αυτή από την οποία προκύπτουν όλες οι άλλες, είναι η θνητότητα, και αυτή η θνητότητα συνδέεται με την αμαρτία, με τον αποχωρισμό από τον Θεό. Και είναι σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που ο θάνατος του Χριστού και η αλληλεγγύη Του με μας περιέχει κάτι πιο τρομερό απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει στη μελέτη του για την Ενσάρκωση: «Είναι αδιανόητο να λέμε πως θα μπορούσε η ανθρώπινη σάρκα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Θεότητα παντοτινά να είναι θνητή, έστω και ως ανθρώπινη σάρκα». Να είσαι θνητός σημαίνει να είσαι αποχωρισμένος. Και ο Μάξιμος υπογραμμίζει το γεγονός ότι από τη στιγμή της ενσάρκωσης, ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, εξαιτίας της συνόδου θεότητας και ανθρωπότητας στο πρόσωπό Του, ήταν αθάνατος, ελεύθερος από την αναγκαιότητα του θανάτου. Ο θάνατός Του δεν είναι μόνο μια απλή αποδοχή της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά διέπεται από την έσχατη εμπειρία της ανθρώπινης τραγωδίας, που συνίσταται στην απώλεια του Θεού και τη θανάτωση εξαιτίας αυτού. Εδώ έχουμε κάτι εξαιρετικά σημαντικό: Ο Χριστός με την ενσάρκωσή Του αποδέχτηκε όχι μόνο τα όρια αλλά και το βάθος της τραγωδίας μας. Όπως λέει και το παλιό λόγιο, ό,τι ο Χριστός δεν προσέλαβε, παραμένει εκτός του μυστηρίου της σωτηρίας. Αν ο Χριστός δεν είχε συμμετάσχει στη διάρρηξη των σχέσεών μας με τον Θεό, στην αποξένωσή μας από Εκείνον, με τον τρόπο που ένας θεολόγος μας αποκάλεσε «ψυχολογική έκληψη» και που Τον έκανε να απωλέσει τη θέα της παρουσίας του Θεού, τότε δεν θα είχε πλήρως συμμετάσχει στη θνητότητά μας, και η θνητότητά μας θα έμενε έξω από το μυστήριο της Απολύτρωσης. Επομένως, βλέπουμε πόσο μακριά πηγαίνει η θεία αγάπη μέσα από αύτη την αλληλεγγύη τού Θεού προς εμάς: Ο Χριστός αποδέχεται όχι μόνο το να είναι ως ένας από εμάς, όχι μόνο να συμμετέχει σε καθετί εκτός από την αμαρτία, αλλά να συμμετέχει και σ’ αυτή την αποξένωσή μας, στο γεγονός της ξενιτείας και της απομάκρυνσής μας από τον Πατέρα, προκειμένου να συμμετέχει στη μοναδική τραγωδία του ανθρώπου: τον αθεϊσμό. Η ίδια ιδέα εκφράζεται και στο Αποστολικό Σύμβολο, όταν λέμε «Καταβέβηκεν εις τον Αδη». Από την εποχή του Δάντη σκεφτόμαστε τον Αδη (την κόλαση) με όρους βασανιστηρίων. Όμως ο Άδης για τον οποίο κάνει λόγο η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι μια κόλαση βασανιστηρίων, αλλά ο Sheol, ο τόπος εκείνος όπου αποκόπτονταν κάθε ανθρώπινη ψυχή, ο τόπος όπου δεν υπήρχε ο Θεός, επειδή πριν από την Απολύτρωση του Χριστού υπήρχε ένα χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου, το οποίο μόνο η Απολύτρωση, το μυστήριο του Χριστού μπορούσε να πληρώσει. Κατεβαίνει λοιπόν στον Άδη. Ο Άδης ανοίγει διάπλατα για να αρπάξει ένα νέο θύμα και να γίνει αυτό σημείο της τελειωτικής του νίκης επί του Θεού, χωρίς όμως να γνωρίζει ποιός είναι αυτός που δεχόταν. Και μέσα σ’ αυτό τον Άδη που δέχεται έναν άνθρωπο, εισέρχεται ο ίδιος ο Θεός. Πιστεύω πως υπάρχει εδώ μια μικρολεπτομέρεια που εξηγεί τι είδους προμήνυμα είχε ο ψαλμωδός, όταν διακήρυττε: «Πού να πάω μακριά από το Πρόσωπό Σου; Στον ουρανό; Μα εκεί είναι η κατοικία Σου. Στον Άδη; Μα κι εκεί είσαι Εσύ». Δεν υπάρχει τίποτα πλέον από τη συνθήκη του κτιστού, τίποτα από τη συνθήκη του ανθρώπου (πέρα από την αμαρτία), που να είναι εκτός της εμπειρίας του Χριστού, έξω από την πραγματικότητα του Χριστού. Τα πάντα περιέχονται σ’ Εκείνον, και δεν υπάρχει ούτε ένας αθεϊστής στον κόσμο που να γνώρισε τον αθεϊσμό, την απώλεια του Θεού, με τον τρόπο που τη γνώρισε ο Χριστός, ο Υιός του Ανθρώπου, που πέθανε πάνω στον σταυρό με αυτή την απόλυτη κραυγή της οδύνης και της αγωνίας. Κι εδώ πάλι βλέπουμε το εύρος της θείας αγάπης και το βάθος της αποδοχής εκ μέρους του Θεού όλων εκείνων που αποτελούν την ανθρώπινη συνθήκη. «Τίποτα ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο», λέει ο Τερτυλλιανός. Ίσως δεν γνώριζε τι έκταση είχε αυτή η αποδοχή της ανθρώπινης συνθήκης εκ μέρους του Θεού. Πέθανε. Πέθανε αναμάρτητος. Με τί είδους θάνατο πέθανε; Με τον δικό μας, με ένα θάνατο δανεικό. Αυτή δεν είναι η θεία κλήση, να παραμένεις αναμάρτητος και να πεθαίνεις ένα θάνατο δανεικό;

Profiths ilas program

Profiths ilas enoriako mouseio

Profiths ilas books

Profiths ilas enoriakes

Profiths ilas iera leipsana

Profiths ilas photo


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση: Προφήτη Ηλία 109-111
Δήμος Πυλαία-Χορτιάτη
Νομού Θεσσαλονίκης
Τ.Κ.: 55535
2310-300934 
i.n.profiti.ilia@gmail.com
εκκλησία της ελλαδος πειραικη εκκλησια

ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

Οικουμενικό Πατριαρχείο
Οικουμενικό Πατριαρχείο
Εκκλησία της Ελλάδος
Εκκλησία της Ελλάδος
Ιερά αρχιεπισκοπή Αθηνών
Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης
Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης

Search